Στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου, η επίσημη γραμμή επιμένει να διακινεί το αφήγημα μιας «ωραίας ατμόσφαιρας» και μιας ακλόνητης συνοχής στην κοινοβουλευτική ομάδα. Ωστόσο, για όποιον έχει μάτια να δει πέρα από τις στημένες φωτογραφίες και τα χαμόγελα των υπουργικών συμβουλίων, το κλίμα θυμίζει περισσότερο προθάλαμο εκτόνωσης μιας βραδυφλεγούς βόμβας. Η πραγματικότητα είναι πως, μέσα σε μόλις 24 ώρες, τα εσωκομματικά «καρφώματα» επιβεβαίωσαν ότι οι ισορροπίες δεν είναι απλώς εύθραυστες, αλλά εντελώς ανύπαρκτες.
Το πρώτο «χτύπημα» ήρθε από την επαρχία, εκεί όπου οι βουλευτές νιώθουν –ή έτσι ισχυρίζονται– πως το κέντρο αποφάσεων τους έχει ξεχάσει για χάρη των προνομιακών εκλογικών περιφερειών των πρωτοκλασάτων υπουργών. Το μήνυμα ήταν σαφές: η «εγκληματικότητα» δεν σταματά στα όρια του λεκανοπεδίου της Αττικής. Η δημόσια αιχμή για υπουργό που επιδίδεται σε δράσεις εκεί όπου τον βολεύει πολιτικά, ενώ στην περιφέρεια περιορίζεται σε κούφιες εξαγγελίες, αποτελεί μια κλασική περίπτωση «γαλάζιου» ανταρτοπόλεμου. Το παράπονο της εκλογικής περιφέρειας μετατράπηκε σε πολιτική καταγγελία, δείχνοντας πως η υπομονή εξαντλείται.
Σαν να μην έφτανε αυτό, λίγες ώρες αργότερα, η εσωκομματική τριβή μεταφέρθηκε στα τηλεοπτικά πάνελ. Η κριτική για τα «φιλικά ανοίγματα» προς την απέναντι όχθη, με αφορμή αθλητικές συναντήσεις που προκάλεσαν αίσθηση, ήταν το επόμενο επεισόδιο. Όταν κομματικά στελέχη επιλέγουν να «αδειάσουν» δημόσια συναδέλφους τους, παρομοιάζοντας την πολιτική τους συμπεριφορά με αλλόκοτες συνευρέσεις με τους αντιπάλους, καταλαβαίνει κανείς ότι η «γραμμή» έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται. Το σχόλιο περί «σοβαρότερων θεμάτων» ήταν η χαριστική βολή σε μια προσπάθεια που ήθελε να δείξει ότι ο καθένας πλέον τραβάει το δικό του δρόμο, αδιαφορώντας για το συλλογικό προφίλ.
Η «γαλάζια» καθημερινότητα, λοιπόν, κινείται πλέον σε ένα ιδιότυπο τέμπο: από τη μία, η προσπάθεια διατήρησης της εικόνας του στιβαρού κυβερνητικού σχήματος, και από την άλλη, το διαρκές, υπόκωφο μαχαίρωμα που υπονομεύει κάθε απόπειρα εσωκομματικής ειρήνης. Όσο κι αν επιχειρείται η επικοινωνιακή επικάλυψη, τα ρήγματα είναι ορατά και οι πρωταγωνιστές τους δείχνουν να μην υπολογίζουν πλέον ούτε το «φαίνεσθαι», ούτε τις παραινέσεις περί πειθαρχίας. Η συνέχεια αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι ζυμώσεις κάτω από την επιφάνεια δείχνουν πως ο εσωτερικός ανταγωνισμός έχει περάσει σε άλλη, πολύ πιο «θερμή» φάση.
