Στο εσωτερικό του Μεγάρου Μαξίμου, το άγχος της συσπείρωσης δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά μια ολόκληρη εμμονή. Με τον πήχη να έχει καρφωθεί στο 75%, η Νέα Δημοκρατία μοιάζει να κυνηγά φαντάσματα από το παρελθόν. Όσο και αν στο Μαξίμου πανηγυρίζουν για τις δύο μονάδες ανόδου στις μετρήσεις, το 60% συσπείρωσης (όπως καταγράφουν οι μετρήσεις) παραμένει ένα «επικίνδυνο» νούμερο. Είναι εκείνη η γκρίζα ζώνη όπου οι ψηφοφόροι είτε αναζητούν διέξοδο στην αποχή, είτε χαζεύουν αδιάφορα τα τηλεοπτικά πάνελ περιμένοντας να δουν αν το κυβερνητικό καράβι θα συνεχίσει να πλέει ή αν θα αρχίσει να βάζει νερά.
Και εδώ εμφανίζεται η ειρωνεία της κάλπης. Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με τον δικό του, αυτόνομο πολιτικό φορέα, δημιουργεί μια νέα συνθήκη που μπερδεύει την παλιά σκακιέρα. Αντί η κίνηση αυτή να διαλύσει τη γαλάζια κυριαρχία, καταλήγει, σε πολλές περιπτώσεις, να λειτουργεί ως ο απόλυτος «πολλαπλασιαστής ισχύος» για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το δίπολο που στήνεται δεν είναι πλέον ο κλασικός εμφύλιος, αλλά μια νέα πόλωση που «μασάει» τα μικρά κόμματα και σπρώχνει τους κεντρώους ψηφοφόρους πίσω στο μαντρί της Νέας Δημοκρατίας, λόγω… έλλειψης άλλης πειστικής εναλλακτικής.
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού παλεύει να βρει χώρο σε μια αγορά που μοιάζει ήδη κορεσμένη. Ενώ εκείνος προσπαθεί να χτίσει από το μηδέν μια νέα δεξαμενή ψηφοφόρων, ο Μητσοτάκης διατηρεί πρόσβαση σε έναν ωκεανό που εκτείνεται από το κέντρο μέχρι τα όρια της δεξιάς πολυκατοικίας. Είναι μια μάχη, όπου το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί όχι από το πόσο «φρέσκο» είναι το νέο κόμμα, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά θα τρομάξει (ή θα συσπειρώσει) τους ψηφοφόρους του ο αντίπαλός του. Όσο για το αν αυτή η αυτόνομη κάθοδος θα αλλάξει τελικά τον χάρτη, ο χρόνος θα δείξει.
