Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε τη σκηνή του συνεδρίου για να στείλει δύο εξαιρετικά στοχευμένα μηνύματα προς τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, ξεκαθαρίζοντας ποιος κάνει κουμάντο στο «σπίτι» της γαλάζιας παράταξης.
Το πιο σκληρό, αν και έμμεσο, χτύπημα προοριζόταν για τον Αντώνη Σαμαρά. Όταν ο πρωθυπουργός γύρισε το ρολόι μια δεκαετία πίσω, μιλώντας για μια «Ελλάδα της πτώχευσης, με την ανεργία στο 25% και τους νέους να φεύγουν από έναν τόπο γκρίζο», ουσιαστικά «μαύρισε» την περίοδο της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Αντί να αναγνωρίσει στον Μεσσήνιο την προσπάθεια κρατήματος της χώρας στο ευρώ, επέλεξε να παρουσιάσει το 2016 –τη χρονιά που ο ίδιος ανέλαβε την αρχηγία– ως το απόλυτο σημείο μηδέν, όπου η ΝΔ «άλλαξε, διπλασίασε τις δυνάμεις της και έγινε ρεύμα προόδου». Με αυτόν τον τρόπο, άφησε να εννοηθεί ότι η εποχή Σαμαρά ήταν μια σκοτεινή παρένθεση που ανήκει στο παρελθόν, απομονώνοντας πλήρως τη δεξιά, σκληρή ρητορική του.
Στην περίπτωση του Κώστα Καραμανλή, η τακτική ήταν διαφορετική αλλά εξίσου δηλωτική των προθέσεών του. Η αναφορά στις γεωτρήσεις («τις πρώτες τις έκανε ο Κώστας Καραμανλής, εγώ θα βάλω το γεωτρύπανο») ήταν μια high-level σφήνα. Από τη μία, ο Μητσοτάκης χάιδέψε τα αυτιά των καραμανλικών, αναγνωρίζοντας την πατρική φιγούρα του Μακεδόνα ηγέτη στην ενέργεια. Από την άλλη, όμως, έβαλε τον εαυτό του πιο ψηλά: εκεί που ο Καραμανλής έμεινε στα χαρτιά και στις εξαγγελίες, ο ίδιος έρχεται ως ο αποτελεσματικός «manager» που θα υλοποιήσει το έργο.
Το τελικό συμπέρασμα; Ο Μητσοτάκης έδειξε ότι δεν έχει πλέον ανάγκη την κηδεμονία κανενός από τους δύο. Τους τοποθέτησε στο κάδρο της ιστορίας και προχώρησε για την τρίτη τετραετία, αφήνοντάς τους να επιλέξουν αν θα μείνουν στην εξέδρα των χειροκροτητών ή στην απομόνωση.
